Η κατηγοριοποίηση των αναγνωστών
με κριτήριο την ηλικία δημιουργήθηκε πρωτίστως για να “προστατεύσει” τα παιδιά
και τους νέους από “επικίνδυνα” αναγνώσματα. Ωστόσο στην εποχή μας η πρόσβαση
ενός εφήβου σε οποιοδήποτε ανάγνωσμα είναι σχεδόν δεδομένη, πράγμα που συνήθως
τον κάνει να βλέπει με καχυποψία, αν όχι με περιφρόνηση το προετοιμασμένο
ειδικά γι’ αυτόν “μενού” που βρίσκεται στο τραπέζι, δίπλα στην πρωινή
πορτοκαλάδα. Ανάμεσα, λοιπόν, στα νεανικά ή εφηβικά ή βιβλία για μεγάλα παιδιά,
όπως λέγονται, ξεχωρίζουν τελικά εκείνα που κερδίζουν αυτόν τον χαρακτηρισμό
γιατί διαβάζονται και σαν βιβλία για ενήλικες. Η ιδιαιτερότητά τους έγκειται
κυρίως στη θεματολογία, που προσεγγίζει ή αφορά περισσότερο τη συγκεκριμένη
ηλικιακή ομάδα. Φυσικά η χρήση νεανικών γλωσσικών κωδίκων και ο γρήγορος ρυθμός
στην αφήγηση είναι στοιχεία που εκτιμώνται ιδιαίτερα από τους νέους, πράγμα που
δεν αφήνει αδιάφορους τους συγγραφείς που έχουν καταχωριστεί στη συγκεκριμένη
κατηγορία. Το βιβλίο του Βασίλη Παπαθεοδώρου “Στη διαπασών” αποτελεί ένα πολύ
ενδιαφέρον παράδειγμα, όχι μόνο επειδή αναφέρεται στην ηλικιακή αυτή κατηγορία,
αλλά γιατί καταφέρνει να διευρύνει τα όριά της.
Ο
δεκαεφτάχρονος Θανάσης Πανόπουλος, γιος της Ελευθερίας και πατρός αγνώστου,
είναι υποχρεωμένος να συζεί με τον βάναυσο πατριό και τα δύο ετεροθαλή αδέρφια
του σε ένα στενόχωρο διαμέρισμα
στα Καμίνια. Οι τραυματικές εμπειρίες του από ένα διαλυμένο οικογενειακό
περιβάλλον, το ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα και ένας κοινωνικός περίγυρος που
καταρρέει γεννούν τέρατα έτοιμα να τον καταπιούν. Η μουσική, το μόνο καταφύγιό
του, τον σπρώχνει να “κάνει πράγματα”, μόνο που αυτά τα πράγματα είναι συνήθως
καταστροφικά. Όλη αυτή η τυφλή διάθεση για αντίδραση σε όλους και όλα θα πάρει
συγκεκριμένη μορφή, όταν ο Θανάσης με τους δύο κολλητούς του θα ενταχθούν στις
γραμμές τής, ακατονόμαστης στο βιβλίο, εγκληματικής οργάνωσης. Εκεί θα
διοχετεύσουν οι τρεις νέοι την οργή τους κατά των πάντων, κυρίως όμως κατά των
αδύναμων και των ξένων.
Με
εργαλείο του το πρώτο ενικό πρόσωπο και αφηγητή τον δεκαεφτάχρονο ήρωά του ο
Παπαθεοδώρου ζωγραφίζει παραστατικά τη σύγχρονη, ζοφερή ελληνική πραγματικότητα
και τα αδιέξοδα των νέων. Μέσα από τις εσωτερικές του αντιφάσεις ο Θανάσης
Πανόπουλος θα πατήσει με ηχηρό κρότο όλες τις παγίδες για να εισπράξει στο
πολλαπλάσιο το επιτίμιο. Σαν ψυχρός και αμέτοχος θεατής θα δει τον εαυτό του να
προσβάλει, να ταπεινώνει, θα δέρνει, ώσπου να πληρωθεί με το ίδιο νόμισμα. Στα
μάτια της Λουίζας, της συμμαθήτριάς του την οποία ερωτεύεται, θα κοιταχτεί σαν
σε καθρέφτη και θα τρομάξει. Τελευταίο του καταφύγιο η επίσκεψη στον παππού και
τη γιαγιά στην επαρχία (εξαιρετική η περιγραφή του ταξιδιού με το ΚΤΕΛ για την
Κόρινθο).
Ο
συγγραφέας πετυχαίνει όχι μόνο να βάλει τον αναγνώστη στη θέση τού νεαρού
πρωταγωνιστή του, αλλά παράλληλα καταφέρνει με ένα γρήγορο αφηγηματικό ρυθμό να
τον κρατά προσηλωμένο ως το τέλος, εκμεταλλευόμενος με σύνεση, αλλά όχι με
υπερβολές, τους νεανικούς γλωσσικούς κώδικες για να δημιουργήσει την κατάλληλη
ατμόσφαιρα. Δείχνει να θέλει να γλιτώσει τον ήρωά του από τους λύκους και τις
ύαινες που αλωνίζουν και δρέπουν σωρευμένους για δεκαετίες καρπούς μιας
κοινωνίας που δεν μπόρεσε ή αρνήθηκε να αντιμετωπίσει τις παθογένειές της. Οι
καταστάσεις όμως δεν αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Τα πράγματα δεν
επιτρέπουν κανενός είδους αισιοδοξία. Το “χάπυ εντ” μοιάζει παράταιρο και
ανέφικτο, αφού όλα δείχνουν ότι ο Θανάσης Πανόπουλος δύσκολα θα καταφέρει να
πάρει τη ζωή του στα χέρια του. Ή μήπως όχι;
Ένα
βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.
